ΘΕΛΕΙ ΔΥΝΑΜΗ ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΙΣΜΑ Η ΖΩΗ!

10732657_10205017233692787_398521490_o…Βγήκαν τσάρκα οι θύμησες στα τωρινά και στα παλιά και δεν άφησαν σοκάκι του νου που δεν περπάτησαν. Ένα πλατό το μυαλό της να παρελαύνουν αμέτρητες σκηνές από ταινίες. Και κάπου εκεί ανάμεσα στις σκέψεις το πήρε απόφαση να γράψει. Να γράψει για την δική της περιπέτεια με τον καρκίνο και πως το ξεπέρασε. Να δώσει θάρρος και δύναμη σ’αυτούς που παλεύουν για την ζωή τους. Το πληγωμένο της σώμα, σκαρί που κτύπησε σε ύφαλο, βρήκε τη δύναμη ν’αντέξει. Κράτησε τη ρότα του σταθερή, φρόντισε το τσακισμένο εαυτό του. Οδηγήθηκε σε απανεμιάς λιμάνι. Απλώνει το χέρι και χαϊδεύει τα σημάδια της. Χωρίς αυτά θα ήταν αλλιώτικη.                                 Ένα ταξίδι η ζωή. Σμιλεύει μονοπάτια, ζωγραφίζει λεωφόρους, απαθανατίζει εικόνες, σφυρηλατεί χαρακτήρες, καθορίζει τη μοίρα μας. Αν η ζωή της ήταν ζωγραφιά θα ήταν ντυμένη με τα πιο όμορφα χρώματα κι αν ήταν μουσική στο πεντάγραμμο θα γραφόταν η πιο γλυκιά μελωδία. Δεν ήθελε να αλλοιωθούν τα χρώματα, δεν ήθελε να αλλάξει η μελωδία. Ας έμεναν ζωγραφιά και μουσική τα ίδια… Πάντα!                                                                                                                                                                                                                    Δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε με το μυαλό της να περιπλανιέται στα μονοπάτια του χθες και του σήμερα. Ούτε κατάλαβε, ποια εσωτερική ανάγκη την έκανε, τούτο το βράδυ, να βυθίζεται στης νοσταλγίας τα βαθιά νερά. Ήθελε μόνο, να τα ζήσει όλα ξανά, νοερά. Σαν να φοβόταν ότι μπορεί να τα έχανε για πάντα. Σαν να στοιβάχτηκε ο χρόνος μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα.                                                Ανέβηκε στο δωμάτιο της και άναψε όλα τα φώτα. Ήθελε να διώξει το σκοτάδι… Να το διώξει μέσα και έξω από την ψυχή της. Ντύθηκε στα γρήγορα και έφυγε σαν κυνηγημένη. Πήρε το αμάξι της και άρχισε να οδηγεί στους δρόμους, χωρίς συγκεκριμένη πορεία, χωρίς προορισμό. Όπως κάνουν συχνά οι άνθρωποι. Φορτώνουν το πόνο, σακί βαρύ, στις ρόδες των οχημάτων τους και τον πάνε βόλτα για να τον ξεγελάσουν. Πού να γελαστεί όμως αυτός…Απολαμβάνει το πήγαινε έλα, λήθαργος σωστός, και κρυφοκοιτάζει πονηρά από μια γωνία…και εκεί που νομίζεις ότι με το κανάκεμα τον έχεις ημερώσει, αυτός κάνει την εμφάνιση του, έτοιμος να σου ξεσκίσει τα σωθικά.                                                                                                                                                                                                                  Κάπως έτσι έβγαλε και η ίδια βόλτα το φόβο της στους δρόμους. Περιδιάβαζε ένα  ένα τα σπίτια της περιοχής και έπιασε τον εαυτό της ν’απορεί τι να έκρυβαν πίσω από τις χοντρές τους κουρτίνες. Πόσο ανώδυνο είναι να σκηνογραφείς τη ζωή των άλλων παρά να είσαι εσύ πρωταγωνιστής της δικής σου ψυχής.  Η ζωή όμως ακολουθεί τα δικά της μονοπάτια. Ο σεναριογράφος καθορίζει την εξέλιξη του έργου, αυτός κατευθύνει τους πρωταγωνιστές. Τι καλά που θα ήταν αν οι άνθρωποι κατάφερναν να φτιάξουν τη μηχανή του χρόνου, όπως πίστευε μικρή. Μια μηχανή που θα γύριζε τα πράγματα εκεί όπου τ’άφησες την τελευταία φορά.                                               Και κάπου εκεί ανάμεσα στις σκέψεις άκουσε μια φωνή στο μυαλό της να λέει.. “Γεια χαρά. Να συστηθώ. Είμαι ένα απροσδιόριστο κομμάτι του χρόνου” είπε η στιγμή. “Μοιάζω μικρή και ασήμαντη. Αισθάνομαι όμως μεγάλη και σημαντική” πρόσθεσε με στόμφο. “Να κλείσω μέσα μου μπορώ το ζεστό δάκρυ της χαράς αλλά και της λύπης…το πρώτο κλάμα του παιδιού την ώρα που γεννιέται…το χάδι του παππού στα μεταξένια μαλλιά της εγγονής…το γέλιο της ερωτευμένης…το κελάηδημα του αηδονιού…το χρώμα του ουρανού πριν πάει να δύσει…το λίκνισμα της λεύκας που λάγνα δέχεται το άγγιγμα του αγέρα.  Μέσα μου χωρά το βλέμμα της ελπίδας, η μυρωδιά του γιασεμιού, η γεύση του φιλιού, το άγγιγμα της πρωινής δροσιάς. Με προσπερνάτε, λες και δεν έχω σημασία.                                             Τρέχετε πίσω από ψεύτικες μυρωδιές, ψεύτικες συγκινήσεις…                                                                                                                              Αλήθεια δεν καταλαβαίνω: Βιάζεστε να περάσετε τον ωκεανό προτού ζήσετε το μεγαλείο τις μικρής σταγόνας βροχής που πέφτει από τον ουρανό… Τρέχετε σ’άλλους πλανήτες, σ’άλλους κόσμους, προτού γονατίσετε όλο κατάνυξη μπροστά στο ηλιοβασίλεμα. Γεμίζετε την παλέτα της ζωής σας με ψεύτικα χρώματα προτού γεμίσετε την ψυχή σας με τα χρώματα του ουράνιου τόξου”.                            Παρκάρει το αυτοκίνητο έξω από το σπίτι, διασχίζει την μεγάλη αυλή και κάθεται στην κουνιστή ξύλινη καρέκλα. Ανάβει δύο κεριά και παίρνει στα χέρια το ημερολόγιο που είχε αφήσει από το απόγευμα στο τραπέζι. Αρχίζει να διαβάζει μεγαλόφωνα τις μύχιες σκέψεις που ήταν αποτυπωμένες στο χαρτί και ανεξίτηλες στη μνήμη.                                                                                                      “Χαρτογραφώ τη ζωή μου. Ταξιδεύω μέσα της. Ντύνομαι το φως του ήλιου. Γίνομαι διάφανη για να δουν όλοι την απεραντοσύνη της ψυχής μου. Να την δουν που ψιθυρίζει λόγια αγάπης. Λόγια πίστης, αφοσίωσης. Το φως διαπερνά την σάρκα μου. Σταματά στο πληγωμένο στήθος. Βυθίζετε σ’αυτό. Τούτο το φως ελευθερώνει την δυσπιστία και απομακρύνει την αμφιβολία μια για πάντα. Καλπάζω στο όνειρο. Πασχίζω να απομακρύνω τις μαύρες σκιές. Βαδίζω το δικό μου δρόμο. Το δρόμο της καρδιάς και της διαίσθησης. Προχωρώ έξω από το σκοτάδι. Η μοίρα μου ΔΕΝ γράφει τέλος. Η μοίρα ετοιμάζει για μένα παράσταση ζωής με τραγούδι, χορό και μουσική. Η μοίρα μου ζωγραφίζει καινούριες μέρες, φωτεινά χρώματα, λαμπερές στιγμές, αναμμένα κεριά… Αφιερωμένα όλα στα παιδιά μου. Αρνούμαι να υποκύψω. Απέχει από μένα το τέλος. Ταξιδεύω σαν αέρας που χαϊδεύει τις χορδές της ψυχής μου. Δροσίζω τα μάγουλα της θλίψης. Βυθίζομαι στο νερό και το αρωματίζω”.                                                                                                                                               Κλείνει το ημερολόγιο της. Αφουγκράζεται σήμερα μουσικές από θρόισμα φύλλων, πιλαλίσματα κυμάτων, ψιθύρους ανθρώπων, λόγια αγάπης. Όλα αποκτούν σημασία. Αλλιώτικη η χροιά των αισθήσεων. Διαφορετικό το άρωμα των λουλουδιών. Η καρδιά της γδάρθηκε από το αναπάντεχο κτύπημα της μοίρας. Κατάφερε όμως να γυρίσει ανάποδα την κλεψύδρα. Οι σταγόνες τώρα διαβαίνουν σαν βάλσαμο. Μια εσωτερική έκλαμψη αποκαθαίρει την ψυχή. Μια εσωτερική φωνή δεν την αφήνει μόνη. Σαν φτερούγισμα καλπάζει ακόμα και στον ύπνο, αγγίζει το στήθος, τιτιβίζει λόγια σαν εντολές για τις μέρες που θα έρθουν. Βεντάλια ανοίγουν οι πτυχές της ζωής της. Εμφανίζετε ένα καινούριο σκηνικό. Αυτοσχεδιάζει. Το ραγισμένο στήθος μεταφέρει δύναμη στα μπράτσα για να κρατήσουν το άρμα της μοίρας. Να μην ανατραπεί, να μην τελειώσει η παράσταση. Θέλει δύναμη και θέληση η ζωή. Πείσμα και στοχασμό. Θύμησες και αγάπη. Συμβόλαιο χρέους με τους ανθρώπους που θέλουν να κρατήσουν τους αρμούς του ιστού. Να κρατήσουν τα θεμέλια. Να μην γκρεμιστεί ποτέ το ιερό συναπάντημα. Να μην αποδυναμωθεί ο δεσμός. Χρειάζεται δύναμη για να φτάσει η παράσταση στο τέλος.

Advertisements